Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Ζωή σε λόγου τους...



Πέθανε, αυτοκτονία, τον τρέλαναν τα οικονομικά προβλήματα. Πέθανε, τον δολοφόνησαν φασίστες. Πέθανε, δεν είχε μηχάνημα το νοσοκομείο. Πέθανε, ήταν άστεγος και πάγωσε. Πέθανε, δεν είχε φάει εδώ και μέρες. Πέθανε, έπιασε τη μάνα του από το χέρι και πήδηξαν στο κενό. 


Εδώ και χρόνια ακούμε αυτά τα νέα. Εδώ και χρόνια τους ακούμε να μας λένε πόσο φταίμε γι αυτό. Εδώ και χρόνια μάθαμε, πως δεν πρέπει να μιλούμε, δεν πρέπει να αντιδρούμε, δεν πρέπει να νοιαζόμαστε, δεν πρέπει να οργιστούμε γιατί αλλιώς είμαστε αιθεροβάμονες, είμαστε γραφικοί, είμαστε φίλοι με την τρομοκρατία, είμαστε η ανομία. 


Έτσι τους αφήσαμε να μας πουν, τι πρέπει να βάζουν οι αγρότες στα χωράφια τους. Μας πείσανε πως δεν μπορούμε και δεν πρέπει να παράγουμε ρούχα, παπούτσια, ηλεκτρικά και γενικά τίποτα. Μας έδειξαν πως η Ελλάδα θα γίνει μία χώρα παροχής υπηρεσιών και ο τουριστικός παράδεισος της Ευρώπης. Είδαμε ένα ένα τα εργοστάσια, τις βιοτεχνίες, τα καταστήματα να κλείνουν. Μάθαμε από αυτούς, πως ο μόνος λόγος να απεργούμε ή να αντιδρούμε είναι οι περικοπές (ε αυτό το θέλαμε κι εμείς λίγο, αφού οι αγελάδες ήταν παχιές και η πολιτική τόσο βαριά για βραδινή κουβέντα). Μας ενημέρωναν πάντα για το πόσο μας ταλαιπωρούν οι απεργίες, οι πορείες, οι αντιδρώντες εν γένει και πόσο εξοργισμένοι είμαστε μαζί τους. Μας έμαθαν να φταίει πάντα ο διπλανός μας και ποτέ αυτοί.

Πιστέψαμε κι εμείς στην παροχή υπηρεσιών και βρεθήκαμε σε μια πόλη, όπου το μπαξεδάκι που μας τάιζε ντομάτα με άρωμα και γεύση ντομάτας ήταν θολή ανάμνηση. Άνοιξαν οι τράπεζες για όλους μας. Πήραμε δάνεια, πήραμε πιστωτικές, πήραμε αέρα. Μετά οι εταιρίες που προωθούσαν τραπεζικά προϊόντα, έγιναν εισπρακτικές και ήρθε η ώρα της πληρωμής. Τι έχεις; Σπιτάκι, χωραφάκι, καλώς τα παίρνουμε! Δεν έχεις, βάλε μια τζίφρα εδώ να περάσει το χρέος στο παιδί σου μη και σου τη βαρέσει και πηδήξεις από καμιά ταράτσα. 


Τώρα μας λένε, πως τα παιδιά δεν πειράζει να πεινάνε, δεν πειράζει να μην έχουν βιβλία, δεν πειράζει να μην έχουν γονείς που μια στο τόσο χαμογελάνε. Μας λένε πως αν η μάνα μας αρρωστήσει, πρέπει να προτιμήσουμε το κοράκι από το γιατρό, γιατί αυτό συμφέρει τις αγορές. Μας λένε πως μόνο είκοσι χρονάκια θα περάσουμε έτσι. Μας λένε πως τα 500€ είναι αρκετά για να ζήσουμε. Μας ζητάνε να αρνηθούμε και το ψωμί και την παιδεία και την ελευθερία και να αφεθούμε σε μια ανθρωποθυσία για να κατευνάσουμε τις αγορές. 


Μας λένε πως οι χώροι που μας προσφέρεται κάτι δωρεάν, όπου γίνονται πολιτικές συζητήσεις, συλλογικές κουζίνες, μαθήματα, όπου γίνεται προσπάθεια να γίνει πράξη η αλληλεγγύη, όπου άστεγοι βρίσκουν κατάλυμα, είναι εστίες ανομίας. Μας λένε πως τα νόμιμα εγκατελειμένα κτίρια, καλώς ρημάζουν και οι άνθρωποι στο κρύο καλώς πεθαίνουν. 


Αυτά μας λέγανε, αυτά μας λένε και έτσι συνεχίζουν. Δίνουν γη και ύδωρ κυριολεκτικά στο ξένο και ντόπιο κεφάλαιο, προδικάζουν για εμάς ως ευλογία μία θέση με μισθό πείνας στο οικονομικό αυτό τσιμπούσι και εμείς κοιτάμε. Κοιτάμε και κατηγορούμε δώθεν και κείθεν. Όπου του φαίνεται του καθενός. Την πιθανότητα να κατεβάσουμε ρολά στις απαιτήσεις τους και να βγούμε στους δρόμους και να δείξουμε πως θέλουμε και μπορούμε μια άλλη πραγματικότητα όμως δεν τη βλέπουμε. Δεν μας την είπαν και δεν μας την έμαθαν κι εμείς μόνο αυτά ξέρουμε να κάνουμε, αυτά που μας έδειξαν, μας είπαν, μας έμαθαν. Ξέρουμε να αντιγράφουμε τη λαμογιά τους, ξέρουμε να καλύπτουμε τη βρωμιά τη δική μας και της οικογένειας μας, ξέρουμε να εκμεταλλευόμαστε τον πιο φτωχό, ξέρουμε να ξεχνάμε και πιθηκίζουμε τους αστούς, ενώ εμείς είμαστε το γεύμα. 


Αν λοιπόν δεν κάνουμε κάτι διαφορετικό από όσα κάναμε ως τώρα, αν δεν είμαστε δίπλα ο ένας στον άλλο και επιλέγουμε αυτή τη "φωνή της λογικής" που λέει πως δεν μπορούμε αλλιώς, ας μας συλλυπηθούμε και ας πούμε ζωή σε λόγου τους, γιατί εμείς έχουμε ήδη παραιτηθεί από τη δική μας.