Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Πολιτική κρίση και Παιδεία

Η βαθειά πολιτική κρίση στην Ελλάδα κατά πάσα πιθανότητα ξεκινά από την έναρξη της ύπαρξης της ως ελεύθερο κράτος. Αν ρίξουμε μια ματιά στην ιστορία μας, αποδεικνύεται περίτρανα, πως ο έλληνας δεν υπήρξε ποτέ πολίτης. Ήταν πάντα στείρα και τεμπέλικα αντιπολιτευόμενος του διπλανού του. Σε αντίθεση με το απλοϊκό συμπέρασμα πως είμαστε κακή φάρα και έτσι φερόμασταν πάντα, νομίζω πως η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική.

Κακή φάρα δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως συλλογικό ασυνείδητο φορτωμένο με πληγές.

Ας πιάσουμε την περίπτωση πως ο σημερινός έλληνας έχει έστω κάποια ελάχιστη συγγένεια με τον αρχαίο έλληνα που τόσο θαυμάζει. Στο συλλογικό του ασυνείδητο έχει καταγραφεί η μικρή κοινωνία που είχε στρατηγικές συμμαχίες και αντιπαλότητες με τις διπλανές και πολύ συγκεκριμένη δομή και διακυβέρνηση. Στη συνέχεια η κατάρρευση των μικρών κοινωνιών, έφερε στο φως τις μεγάλες αυτοκρατορίες και την κατάκτηση όλων των μικρών από ένα μεγάλο. Τότε ο συνεκτικός δεσμός μεταξύ των μέχρι πριν αντιπάλων δυνάμωσε.  Μαζί γνωρίζανε τα πάλαι ποτέ μεγαλεία ο ένας του άλλου και ένιωθαν πιο κοντά. Η γλώσσα, η ποίηση, το θέατρο, η μουσική και οι τραγουδισμένοι ήρωες, η φιλοσοφία ήταν τα κοινά τους. Ο ένας μεγάλος κατακτητής ακολουθούσε τον άλλο και αν έμενε κάτι ζωντανό στο συλλογικό ασυνείδητο των γηγενών, ήταν πως ήταν κατακτημένοι και αυτό το κράτος ήταν εχθρός τους. Λίγοι και αδύναμοι, δεν μπορούσαν να αντιδράσουν στα μεγαθήρια. Έτσι η πονηριά και ο δούρειος ίππος έγιναν τα όπλα τους. Δεν ενσωματώθηκαν ποτέ, ήταν πάντα απροσάρμοστοι.


Η λαίλαπα του χριστιανισμού, τους έκανε χειρότερους από ποτέ, καθώς έπρεπε να ορκιστούν πίστη σε θεό που δεν ταίριαζε στην παιδεία που κουβαλούσε το συλλογικό ασυνείδητο.  Έπρεπε από τα μεγάλα φιλοσοφικά και ποιητικά έργα (που ως γενιά μπορεί να μην είχαν δει και ποτέ), να υποταχθούν στο Ψαλτήρι και την Οκτάηχο. Μετά ήρθαν και οι Οθωμανοί, άλλο παρακλάδι της ίδιας λαίλαπας, με το ίδιο μένος και την ίδια δίψα για εξουσία με τους προηγούμενους. Κι έφτασε η στιγμή, μετά από 1000 χρόνια κατάκτησης (σύμφωνα με τα λεγόμενα των ίδιων των αγωνιστών του 21) να απελευθερωθούν. Και εγέννετο η νέα Ελλάς. Μια Ελλάς που φυλάκισε τους ακόλουθους του συλλογικού ασυνείδητου που επαναστάτησαν και έφερε σε δούρειο ίππο τους νέο-κατακτητές από τας Ευρώπας.

Έτσι ο μόνιμα κατακτημένος εκείνος άνθρωπος, κατακτήθηκε ξανά μέσα σε μια επίφαση ελευθερίας. Κι επειδή έχουσιν γνώση οι φύλακες, του δώσανε και την ψευδαίσθηση του μεγαλείου, τονώνοντας τον εγωισμό του και στέλνοντας τον ως μεγάλο ευρωπαίο κατακτητή, να καταλάβει την Ιωνία, τον 20ο αιώνα* και του την ονόμασαν χαμένη πατρίδα.  Μετά δηλαδή από περίπου 2000 χρόνια, που είχε σκυμμένο το κεφάλι, του είπαν και καλά σήκωσε το σε στηρίζουμε. Έτσι στο συλλογικό ασυνείδητο η πανωλεθρία και το στραπατσάρισμα της μικρασιατικής καταστροφής, πέρασε ως κάτι που σήκωνε εκδίκηση και αναγεννήθηκε το μίσος για τον κατακτητή της Ιωνίας.

Μέσα στις νέες συνθήκες και με την τοποθέτηση αρχηγίσκων στην εξουσία της χώρας, ο έλληνας δεν έγινε ποτέ πολίτης, δεν γνώρισε ποτέ το αυτεξούσιο, δεν απέκτησε ποτέ ξανά παιδεία, δεν κατάφερε ποτέ να νιώσει πως ορίζει τη ζωή του. Έτσι με την πονηριά που είχε αναπτύξει, συνέχισε να αντιπολιτεύεται το κράτος «του» και τον διπλανό του. Μεγάλη απόδειξη της μανίας αυτής, η συνέχεια της ηρωικής αντίστασης στο φασισμό, που τον έφερε και πάλι, να πολεμά τον συνάνθρωπο του, ανάμεσα σε δύο ξένες σε αυτόν πολιτικές. Αντί για ακόμη μία ευκαιρία ανεξαρτησίας, μάλωνε για το ποιος άλλος του τά ‘λεγε καλύτερα. Ο οπαδός όμως είναι πάντα παθητικός, δεν είναι δημιουργικός, δεν προοδεύει. Ακολουθεί πειθήνια. Έτσι ο ατέρμονος αγώνας, να πολεμά υπόγεια τον κατακτητή του, συνεχίστηκε αδιάκοπα, μέχρι τη δεύτερη ψευδαίσθηση εξουσίας, που ήταν το χρίσμα του ευρωπαίου πολίτη. Αντί να γίνει αντιληπτή η έφοδος του νέου κατακτητή, επήλθε η απόλυτη αλλοτρίωση, που διέγραψε ακόμη και εκείνα τα χαρακτηριστικά που κάποιοι θα μπορούσαν να επικαλεστούν ως προτερήματα έναντι άλλων συνόλων ανθρώπων. Η οικογένεια, η ανθρωπιά, η συνύπαρξη, το γλέντι, η φιλοξενία έγιναν κουρέλια από ένα μικροαστισμό ακραίο.
Το τότε, το τώρα και η παιδεία

Σε όλο αυτό το ταξίδι των κατοίκων της ελληνικής χερσονήσου, κοινό χαρακτηριστικό είναι η έλλειψη παιδείας. Όχι πανεπιστημιακής, στην οποία όλες οι παιδαγωγικές «μεταρρυθμίσεις» μας επιβάλλουν να στρέψουμε το βλέμμα, ως το σημαντικότερο κομμάτι. Η έλλειψη βασικής κοινωνικής και πολιτικής παιδείας από την αρχή της ύπαρξης μας είναι η αιτία.
Είχε ποτέ κανείς μας την αίσθηση πως το σχολείο ήταν ο δικός του χώρος να δημιουργήσει, να εκφραστεί, να το προάγει, να το ομορφύνει, να το επηρεάσει, να το διαμορφώσει; Μάλλον όχι. Γιατί; Δεν μπορεί να γίνει ή κοστίζει; Τίποτα από τα δύο. Είναι το πολύ πετυχημένο σύνθημα, «Το σύστημα διδασκαλίας είναι η διδασκαλία του συστήματος».

Θα πιάσω την πιο απλή, ανέξοδη και ουσιαστική πλευρά πολιτικής παιδείας που λαμβάνουμε όλοι από την 4η δημοτικού και μετά. Αυτή που υποτίθεται πως υπάρχει, για να μας διδάξει τη λειτουργία της δημοκρατίας στην πράξη. Οι θεσμοί του πενταμελούς και δεκαπενταμελούς αργότερα και μαζί με αυτούς οι εκλογές και η απαξίωση τους.

Στην αρχή κάθε σχολικής χρονιάς, οι μαθητές καλούνται να ψηφίσουν με δημοκρατικές διαδικασίες, αυτούς που θα τους εκπροσωπούν και θα υπερασπίζονται τα δικαιώματα και τα αιτήματα τους. Η διαδικασία είναι απλή. Όσοι μαθητές το επιθυμούν, βάζουν υποψηφιότητα και οι υπόλοιποι ψηφίζουν μυστικά. Και έτσι εκλέγονται όσοι επέλεξαν οι συμμαθητές τους. Η εσωτερική δομή αυτών των σωμάτων έχει και αντίστοιχη ιεραρχία, με πρόεδρο, αντιπρόεδρο, γραμματέα και ταμεία. Έννοιες χωρίς νόημα, χωρίς υποχρεώσεις, με αυξημένη δημοφιλία και εξουσία. Δεν ξαναγίνεται καμία συνέλευση όπου αυτά τα παιδιά πρέπει να παρουσιάσουν έργο, να λογοδοτήσουν, να εξηγήσουν σε τι βοήθησαν τους μαθητές που τους επέλεξαν και πως χρησιμοποιήθηκαν τα χρήματα του ταμείου.

Κάπως έτσι, μαθαίνουμε όλοι, πως αυτός που επιλέξαμε είναι παντοδύναμος, δεν έχει καμία υποχρέωση απέναντι μας και αντιθέτως εμείς του οφείλουμε σεβασμό, γιατί είναι ο πρόεδρος. Επίσης είναι πολύ επιθυμητός ως φίλος, ερωτικά, ενώ ακόμη και οι δάσκαλοι τον αντιμετωπίζουν διαφορετικά. Τα μέλη της εξουσιαστικής αυτής ομάδας, από πολύ νωρίς αντιλαμβάνονται τη χαρά της εξουσίας και της ασυδοσίας. Τσαμπουκαλεύονται, λύνουν και δένουν, εκμηδενίζουν αδύναμους και όταν είναι πλέον σε θέση να κανονίζουν εκδρομές κλπ αρχίζουν και βάζουν και χρήμα στην τσέπη. Έτσι η θέση του ασύδοτου εξουσιαστή και του νωθρού εξουσιαζόμενου, γίνονται με απόλυτα δημοκρατικές διαδικασίες κομμάτι της πολιτικής μας αντίληψης και μορφοποιούν την κοινωνικοποίηση μας. Είμαστε αδύναμοι απέναντι σε όσα κάνουν, είναι όμορφοι, είναι έξυπνοι, τους επιλέξαμε, φταίμε, σκύβουμε το κεφάλι σε όσα λένε. Είμαστε λοιπόν έτοιμοι πολίτες για την κοινωνία που έχουμε να αντιμετωπίσουμε και έχουμε διδαχτεί καλά τι σημαίνει δημοκρατία.  Εξουσία, μίζα, γκόμενες, ωραιάδα, εξυπνακισμοί, ασυδοσία, προνόμια, μηδενικές υποχρεώσεις.

Αν λοιπόν, αυτή η διδασκαλία της δημοκρατίας στα σχολεία, μάθαινε τους εκλεγόμενους πως είναι υπεύθυνοι για όλα όσα συμβαίνουν στο σχολείο τους και πως για όλα θα λογοδοτούν. Αν απαιτούσε διοργάνωση εκδηλώσεων, κινήσεων αναμόρφωσης του σχολείου,  οικολογικών δράσεων, ενημέρωσης, πολιτιστικών δρώμενων και υποχρεωτική παρουσίαση έργου απέναντι στους ψηφοφόρους τους, πόσο διαφορετικοί πολίτες θα βγαίναμε όλοι στην κοινωνία; Η παιδική δημιουργικότητα είναι ανεξάντλητη, εμείς όμως την υποχρεώνουμε να μάθει πως λειτουργεί η κοινωνία των μεγάλων.

Θα μπορούσαμε μέσα στα σχολεία να δημιουργούμε τους πολίτες που θα λειτουργούν με γνώμονα την πρόοδο του μικρόκοσμού τους, χρησιμοποιώντας και υπερθεματίζοντας στα ιδιαίτερα ταλέντα του καθενός. Όλο αυτό είναι σχεδόν ανέξοδο ως   εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και όμως δεν έγινε ποτέ. Δεν μπορεί να μην το γνωρίζουν οι περισσότεροι πως το αύριο το χτίζουμε στον χαρακτήρα των παιδιών μας.

Ένα ακόμη βήμα θα ήταν να αλλάξουμε και το όνομα των διαδικασιών και να εξαλείψουμε την ιεραρχία. Όσοι επιλέγονται, να ονομάζονται συντονιστές δράσεων. Οι δράσεις θα γίνονται από όλους ανάλογα με τις δεξιότητες τους. Όλοι θα έχουν λόγο στη διαδικασία και υπευθυνότητα απέναντι σε όσα αναλαμβάνουν. Έτσι θα μπορούσαμε ακόμη και από την πρώτη γενιά που θα έβγαινε από μία τέτοια παιδεία, να δούμε μία αλλαγή στην πολιτική και κοινωνική μας πραγματικότητα. Αυτά τα παιδιά, θα διεκδικούσαν εκ των πραγμάτων τα σωστά μαθήματα και το σωστό τρόπο διδασκαλίας και θα αναμόρφωναν υπεύθυνα το «Σύστημα» διδασκαλίας και την κοινωνία ολόκληρη. Εξάλλου οι δράσεις τους και οι αποφάσεις τους ορίζουν την δική τους καθημερινότητα.

Όσα πρέπει να διεκδικήσουμε είναι απλά, δεν είναι πολύπλοκα σε κυκεώνες ιδεολογικοπολιτικών μορφωμάτων.
Η εποχή, οι δυνατότητες, η πληροφορία, μας ευνοούν. Καιρός είναι λοιπόν, να μην αναλωνόμαστε σε δίπολα, να μην περιχαρακωνόμαστε σε στεγανά που έχουμε μόνο εμείς ανάγκη και να δούμε κατάματα τη ζωή που έχουμε και τη ζωή που μπορούμε να δημιουργήσουμε. Η ουτοπία ήταν ουτοπία, όσο δε γνωρίζαμε. Τώρα που γνωρίζουμε δεν έχουμε δικαιολογία για το ότι ακόμη τη συζητάμε αντί να ρίξουμε τα θεμέλια.


* (Το 1100 π.Χ. περίπου κατά την αρχή της γεωμετρικής περιόδου, που σηματοδοτήθηκε από την κάθοδο των Δωριέων, οι ανακατατάξεις στο εσωτερικό της Ελληνικής χερσονήσου τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν μεγάλο μέρος της περιοχής στην οποία ζούσαν. Οι μετακινήσεις αυτές των αρχαίων ελληνικών φύλων ονομάζονται Α' Ελληνικός αποικισμός. Οι Ίωνες λοιπόν μετακινήθηκαν προς τα ανατολικά δημιουργώντας αποικίες στα νησιά του Αιγαίου (Χίος, Σάμος κ.α.) καθώς και στην κεντρική Μικρά Ασία, στην περιοχή γνωστή ως Ιωνία.)