Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

22/6/2011 Μια αγανακτισμένη νύχτα στην πλατεία

Μια αγανακτισμένη νύχτα στην πλατεία. Χωρίς την ελπίδα και τη δροσιά της αρχής, χωρίς τον κόσμο, χωρίς πολλά που είχε πριν και με πολλά που πλέον έχει. Είχε και ένταση στη συνέλευση χτες, ότι να ‘ναι αποφάσεις, φωνές, σχεδόν πιάστηκαν κάποιοι στα χέρια. Επιτέλους όμως, έγινε και μια συναυλία και έπαψε η νέκρα.



Δεν έπαψε βέβαια το στράβωμα με τους Συριζαίους και όσους άλλους την είδαν θεματοφύλακες του κινήματος και κοιτούν να ελέγξουν προς τα πού ρέει το ποτάμι των αγανακτισμένων, με στόχο φυσικά να ποτίσουν πρώτα το χωραφάκι τους. Λίγο πριν αυτή η Βαβυλωνία καθρεφτιστεί στην «αμεσοδημοκρατική» μας διαδικασία, στο Μέγα Αλέξανδρο, κάποιοι αγανακτισμένοι πατριώτες (κατ’ αντιδιαστολή προφανώς των αγανακτισμένων νομάδων Του Λευκού Πύργου;) δέχτηκαν από κάποιους επίθεση. Ήρθαν να μας πουν, αλλά δεν τους αφήσαμε να μιλήσουν, γιατί είναι φασίστες (ενδιαφέρουσες απόψεις όλες θα έλεγα).


Αλλά αυτή η ένταση που τόσο απλώθηκε χτες, δεν σκόρπισε με τη λήξη της συνέλευσης και το διωγμό του «πατριώτη».  Αργά, ένα ζευγάρι πρεζάκια ξεκινά να πλακώνεται στο ξύλο, χώνεται κόσμος, φασαρία, καυγάς  και πολλοί γύρω -γύρω να κοιτούν με ποπ κορν το θέαμα. Λιοντάρια – Χριστιανοί 0-0, στοιχήματα βροχή, κάποιοι χτυπιόταν που δεν πρόλαβαν να κόψουν είσοδο.



Πάνω στο δρόμο, κάποιοι θεωρούν πως είναι καλό αστείο να πουν πως είναι μπάτσοι και θα συλλάβουν κάποιον. Εκεί στήνεται και η δεύτερη αρένα. Αυτούς όμως τους παίρνουν και τα αίματα.


Περνάω στο πεζοδρόμιο να φύγω και βλέπω απέναντι, κόσμο να λέει «πήγαν ασφαλίτες και φάγανε ξύλο» και η φήμη να απλώνεται. Ένας αστικός μύθος γεννιέται σκέφτομαι. Πίσω από τις πλάτες αυτών από απέναντι, που παρατηρούν την αρένα και τα ταπεινά τους ένστικτα είναι στην τσίτα, ένας γέρος μόνος κοιμάται στο παγκάκι και μυρίζει άσχημα, μάλλον έχει καιρό που κοιμάται στο δρόμο.



Όπως έλεγε και η Γαλάτεια,«…Πνιγμένου καραβιού σάπιο σανίδιόλη η ζωή μου του χαμού. Μ’ από την κόλασή μου στο φωνάζω: -Εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω!»


Όσοι πιστεύουν πως ένα κίνημα έχει ελπίδα να αναμορφώσει την κοινωνία, ας σκεφτούν ξανά καλά τον τρόπο. Αν δεν αλλάξει το αξιακό σύστημα όλων όσων το απαρτίζουμε, αν δε φτύσουμε το δαίμονά που μας κυβερνά, αν δεν ξεπεράσουμε τον πριν εαυτό μας και δεν προσπαθήσουμε να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, θα συνεχίσουμε την πορεία που ήδη έχουμε μάθει να τραβάμε παθητικά και άψυχα ως γραναζάκια και δεκανίκια του συστήματος.


Αλλά και οι άλλοι που γυρνάνε την πλάτη στον άστεγο γέρο και κοιτούν το ρινγκ μας από μακρυά, δεν θα περάσουν ποτέ ξανά το πεζοδρόμιο για να σταθούν δίπλα μας στην πλατεία και δεν θα τους νοιάζει αν ο γέρος ακόμη αναπνέει.



Αν κατηγορηθώ πως αποτρέπω κάποιους από την πλατεία, μιλώντας για το χάλι μας, ας μην κοροϊδευόμαστε, έχουν φύγει ήδη.
Και αν δεν εξανθρωπιστούμε και δεν φροντίσουμε να δούμε το διπλανό μας στα μάτια, θα φύγουμε κι εμείς, με δυο τρεις πληγές παραπάνω.



Όλοι κι αυτοί που ήρθαν κι έφυγαν, αυτοί που δεν ήρθαν ποτέ κι αυτοί που κατσικώθηκαν και νιώσανε σημαντικοί θα έχουμε χάσει την ευκαιρία να γίνουμε υποκείμενα των επιθυμιών μας και να ορίσουμε τη ζωή μας. Και θα την έχουμε χάσει από την πεποίθησή μας πως είμαστε εμείς τόσο σημαντικοί και οι απόψεις μας τόσο σωστές που αρκεί να βγάλουμε ένα λόγο, να μας χειροκροτήσουν, να μας δοξάσουν.



Σημαντικοί είμαστε όταν δεν είμαστε μόνοι, σημαντικούς μας κάνει η συνύπαρξη κι εμείς περιφέρουμε τη μοναξιά μας σα λάβαρο περηφάνιας, αξιοπρέπειας και φορέα λύσεων. Ας δούμε λίγο τη φάτσα μας στον καθρέφτη λοιπόν πριν κρίνουμε οποιονδήποτε για οτιδήποτε και ας δώσουμε μια τίμια απάντηση στον εαυτό μας. Τι είναι σημαντικότερο τελικά για μας και πόση μοναξιά και κατηφόρα αντέχουμε για μια στιγμιαία ή πρόσκαιρη ικανοποίηση του εγώ μας.

Ελπίζω η απάντηση να είναι πως δεν αντέχουμε καθόλου και να κατεβούμε ξανά με την ψυχή και το μυαλό μας λίγο πιο ανοιχτά και με εκείνη τη μαγική αίσθηση συνύπαρξης που μας έκανε δώρο το πρώτο 3ημερό μας στην πλατεία.